παράγω

παρ|άγω проходить мимо

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "παράγω" в других словарях:

  • παράγω — lead by pres subj act 1st sg παράγω lead by pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράγω — παράγω, παρήγαγα βλ. πίν. 135 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παράγω — ΝΜΑ 1. δίνω ύπαρξη σε κάτι, γεννώ, δημιουργώ, φτειάχνω 2. γραμμ. (το ενεργ. και συν. το μέσ.) (για λέξη) σχηματίζω ή σχηματίζομαι με την προσθήκη κατάληξης ή με την παρεμβολή προσφύματος («το ουσιαστικό λόγος παράγεται από το ρήμα λέγω») νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • παράγω — [парато] р. производить, давать, делать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παράγω — παράχτηκα, παραγμένος 1. γεννώ, βγάζω: Η Ελλάδα πολύ σύντομα θα παράγει πετρέλαιο. 2. δημιουργώ, συγγράφω, συνθέτω: Σε εποχή δουλείας δεν παράγονται αξιόλογα πνευματικά έργα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παράξομεν — παράγω lead by aor subj act 1st pl (epic) παρά̱ξομεν , παράγω lead by aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) παράγω lead by fut ind act 1st pl παράγω lead by aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρηγμένα — παράγω lead by perf part mp neut nom/voc/acc pl παρηγμένᾱ , παράγω lead by perf part mp fem nom/voc/acc dual παρηγμένᾱ , παράγω lead by perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράγαγε — παράγω lead by aor imperat act 2nd sg παρά̱γαγε , παράγω lead by aor ind act 3rd sg (doric aeolic) παράγω lead by aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράγῃ — παράγω lead by pres subj mp 2nd sg παράγω lead by pres ind mp 2nd sg παράγω lead by pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράξει — παράγω lead by aor subj act 3rd sg (epic) παράγω lead by fut ind mid 2nd sg παράγω lead by fut ind act 3rd sg παραξέω graze pres imperat act 2nd sg (attic epic) παραξέω graze pres imperat act 2nd sg (attic epic) παραξέω graze imperf ind act 3rd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράξουσιν — παράγω lead by aor subj act 3rd pl (epic) παράγω lead by fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) παράγω lead by fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.